Μια εξαιρετικά ζοφερή πραγματικότητα για τα εισοδήματα των εργαζομένων στην Ελλάδα φέρνει στο φως η επίσημη έκθεση του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), αποκαλύπτοντας το μέγεθος του βάρους που σηκώνουν οι φορολογούμενοι. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η λεγόμενη «φορολογική σφήνα» –δηλαδή το σύνολο των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών που παρακρατούνται από τις συνολικές αποδοχές ενός εργαζόμενου– «καταπίνει» έως και το 50% του μισθού, τοποθετώντας την Ελλάδα πολύ ψηλά στη σχετική λίστα των χωρών του Οργανισμού.
Το φαινόμενο αυτό πλήττει δυσανάλογα τη μεσαία τάξη και τους μισθωτούς, οι οποίοι βλέπουν ένα τεράστιο μέρος των κόπων τους να εξανεμίζεται προτού καν φτάσει στον τραπεζικό τους λογαριασμό.
Πού Πηγαίνουν τα Χρήματα των Εργαζομένων
Η υψηλή επιβάρυνση δεν αφορά μόνο τον άμεσο φόρο εισοδήματος, αλλά ένα σύνθετο πλέγμα κρατήσεων που επιβαρύνει τόσο τον εργαζόμενο όσο και τον εργοδότη.
Η έκθεση αναλύει λεπτομερώς πώς διαμορφώνεται αυτή η απώλεια εισοδήματος:
- Ασφαλιστικές Εισφορές Εργαζόμενου: Η άμεση παρακράτηση για την κοινωνική ασφάλιση και τη σύνταξη.
- Ασφαλιστικές Εισφορές Εργοδότη: Το επιπλέον κόστος που καταβάλλει η επιχείρηση για κάθε θέση εργασίας, το οποίο λειτουργεί αποτρεπτικά για την αύξηση των ονομαστικών μισθών.
- Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων: Η κλιμακωτή φορολόγηση που γίνεται ακόμη πιο επαχθής λόγω της έλλειψης τιμαριθμικής προσαρμογής των φορολογικών κλιμακίων.
Η Σύγκριση με τον Μέσο Όρο του ΟΟΣΑ
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σαφώς μεγαλύτερη επιβάρυνση σε σχέση με τον μέσο όρο των υπολοίπων ανεπτυγμένων οικονομιών. Ενώ σε πολλές χώρες εφαρμόζονται φορολογικές ελαφρύνσεις για τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των πολιτών απέναντι στον πληθωρισμό, στην Ελλάδα το ποσοστό των κρατήσεων παραμένει καθηλωμένο σε δυσθεώρητα ύψη.
Αυτό το καθεστώς υπερφορολόγησης της εργασίας δημιουργεί μια σειρά από παρενέργειες στην ελληνική οικονομία. Από τη μία πλευρά, μειώνει δραματικά το διαθέσιμο εισόδημα για κατανάλωση, και από την άλλη, συντηρεί τα κίνητρα για τη «μαύρη» ή υποδηλωμένη εργασία, καθώς το κόστος της νόμιμης απασχόλησης κρίνεται από πολλούς ως μη βιώσιμο.
Η ανάγκη για μια βαθιά φορολογική μεταρρύθμιση που θα ελαφρύνει το κόστος της εργασίας και θα τονώσει την πραγματική οικονομία γίνεται πλέον πιο επιτακτική από ποτέ, με τους εργαζόμενους να ζητούν άμεσες λύσεις για την αναχαίτιση της ακρίβειας και της εισοδηματικής αφαίμαξης.










