Παρά τις έντονες βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν από τον περασμένο Νοέμβριο έως και τον Φεβρουάριο του 2026, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις λειψυδρίας, καθώς μια μόνο καλή υδρολογική χρονιά δεν αρκεί για να αναπληρώσει τα ελλείμματα των περασμένων ετών ανομβρίας
.Το ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης νερού σε πολλές περιοχές της χώρας παραμένει αρνητικό ή οριακό, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του νερού χάνεται λόγω της αδυναμίας αποθήκευσης και των απωλειών λόγω απαρχαιωμένων δικτύων. Για να καλυφθούν οι ανάγκες άρδευσης και οι αυξημένες απαιτήσεις του τουρισμού απαιτούνται φράγματα, ταμιευτήρες και λιμνοδεξαμενές, κυρίως για τις νησιωτικές και ημιορεινές περιοχές.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Υδρογεωλογίας στο ΑΠΘ και πρόεδρο της Ελληνικής Επιτροπής Υδρογεωλογίας, Κωνσταντίνο Βουδούρη, το πρόβλημα δεν είναι πάντα η έλλειψη βροχοπτώσεων, αλλά η αδυναμία συγκράτησης και αποθήκευσης του νερού. Όπως εξηγεί, μεγάλο μέρος του βρόχινου νερού καταλήγει στη θάλασσα λόγω έλλειψης υποδομών αποθήκευσης.
Το μεγάλο πρόβλημα
«Οι πρόσφατες βροχοπτώσεις δείχνουν ότι συνεχίζεται η πλούσια υδρολογική περίοδος από τον περασμένο Νοέμβριο και αυτό αντικατοπτρίζεται με την άνοδο της στάθμης του υπόγειου νερού. Ωστόσο, η αξιοποίηση του νερού δεν βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο διότι δεν υπάρχουν τα έργα για την αποθήκευσή τους σε φράγματα ή δεξαμενές. Μόλις ένα μικρό ποσοστό του βρόχινου νερού μπορεί να αξιοποιηθεί. Αν είχαμε περισσότερα φράγματα θα μπορούσαμε να καλύψουμε τις ανάγκες σε άρδευση και κατά την καλοκαιρινή περίοδο τις ανάγκες του τουριστικού κλάδου», τονίζει ο καθηγητής.
Οι βροχοπτώσεις αυτές συνέβαλαν σημαντικά στην αύξηση των αποθεμάτων των επιφανειακών ταμιευτήρων νερού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ταμιευτήρας του Μόρνου που υδρoδοτεί το πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας, όπου καταγράφηκε αύξηση 50% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Συγκεκριμένα, πέρυσι στις 17 Απριλίου τα αποθέματα ήταν 332 εκατ. κυβικά μέτρα, ενώ φέτος την αντίστοιχη ημερομηνία ήταν 509 εκατ. κυβικά μέτρα.
Η υδρολογική εικόνα για το έτος 2025-2026 παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με την περιοχή και τον μήνα, σύμφωνα με τις μετρήσεις του meteo.gr.
Δυτική Ελλάδα (Ιωάννινα/Μόρνος): Ξεκίνησε με εντυπωσιακά ρεκόρ βροχόπτωσης (Οκτώβριος), παρουσιάστηκε μείωση τον Δεκέμβριο και επανήλθαν δυναμικά οι βροχοπτώσεις το δίμηνο Ιανουάριος-Φεβρουάριος. Η σταθεροποίηση του Απριλίου στα Ιωάννινα είναι η θετική είδηση για τα αποθέματα της περιοχής.
Κρήτη: H Δυτική Κρήτη πήρε ανάσα μετά τον άνυδρο Νοέμβριο με ένα συνεχόμενο πεντάμηνο βροχοπτώσεων, η Ανατολική Κρήτη (που παραδοσιακά αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα λειψυδρίας) έπρεπε να περιμένει μέχρι την Άνοιξη για να δει σημαντικές βροχές. Αναλυτικότερα, στα δυτικά του νησιού, στις περιοχές Σαμαριά και Σπήλι μετά από τον άνυδρο Νοέμβριο του 2025 ακολούθησαν περισσότερες βροχές από τον Δεκέμβριο του 2025 καθώς και τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2026. Στα ανατολικά του νησιού, Ηράκλειο και Τζερμιάδο τον Νοέμβριο, τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο τα ποσοστά βροχής ήταν μειωμένα, ενώ Μάρτιος και Απρίλιος ήταν μήνες με σημαντικές βροχές.
Στη Δυτική Ελλάδα και στο Ιόνιο σημειώθηκαν υψηλά ύψη βροχής, συχνά πάνω από τα κανονικά επίπεδα. Ωστόσο, οι βροχοπτώσεις αυτές ήταν συχνά ανομοιόμορφα κατανεμημένες, με μεγάλους όγκους νερού να πέφτουν σε λίγες μόνο ημέρες έντονων καταιγίδων.
Πιο συγκεκριμένα στα Ιωάννινα τον Οκτώβριο ο μέσος όρος ήταν 208 χιλιοστά και έβρεξε 466 χιλιοστά, ωστόσο τον Δεκέμβριο ο μέσος όρος ήταν 161 αλλά έπεσαν 68 χιλιοστά βροχής. Βροχεροί ήταν οι μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος. Τον Μάρτιο μειώθηκαν αισθητά οι βροχές και τον Απρίλιο η βροχόπτωση έφθασε τον μέσο όρο.
Στον Μόρνο, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο καταγράφηκαν σημαντικά ποσοστά βροχής αλλά ήταν περιορισμένα τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο.










