Σύμφωνα με τα στοιχεία, περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζόμενους (35,5%) δηλώνουν ότι εργάζονται πέρα από το συμβατικό τους ωράριο. Ωστόσο, η επιπλέον αυτή εργασία δεν αμείβεται πάντα. Μόλις το 54,7% όσων πραγματοποιούν υπερωρίες αναφέρουν ότι πληρώνονται για τις επιπλέον ώρες, ενώ το 34,5% δηλώνει ότι δεν λαμβάνει καμία οικονομική αποζημίωση. Ένα ακόμη 8,9% αποζημιώνεται με ρεπό ή άδεια αντί χρημάτων.
Στην πράξη, περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους που εργάζονται πέρα από το ωράριό τους δεν λαμβάνουν άμεση χρηματική αμοιβή για τον επιπλέον χρόνο που διαθέτουν στη δουλειά τους.
Η υπέρβαση του ωραρίου εμφανίζεται συχνότερα στις μεγάλες επιχειρήσεις. Στις εταιρείες με περισσότερους από 250 εργαζόμενους το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δουλεύουν επιπλέον ώρες φτάνει το 45,4%, έναντι 32% στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ένταση υπερωριακής απασχόλησης καταγράφεται στις μεσαίες επιχειρήσεις, όπου σημαντικό ποσοστό εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται τουλάχιστον έξι επιπλέον ώρες την εβδομάδα.
Πέρα όμως από το οικονομικό σκέλος, η έρευνα φωτίζει και την επίδραση των συνθηκών εργασίας στην υγεία των εργαζομένων. Η ισχυρή πίεση χρόνου και ο αυξημένος φόρτος εργασίας αναδεικνύονται ως οι βασικότεροι παράγοντες επιβάρυνσης, καθώς αναφέρονται από το 60,1% των συμμετεχόντων. Ακολουθεί η παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση με 58,8%, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις εργαζόμενους αναφέρει επαναλαμβανόμενες σωματικές κινήσεις που επιβαρύνουν την καθημερινότητά του.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για όσους εργάζονται πολλές επιπλέον ώρες κάθε εβδομάδα. Μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν ότι απασχολούνται πάνω από 11 ώρες επιπλέον εβδομαδιαίως, το 86,2% αναφέρει έντονη πίεση χρόνου και μεγάλο φόρτο εργασίας, ενώ περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι εργάζονται ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο τους.










