Σε κατάσταση διπλωματικού και εκκλησιαστικού συναγερμού βρίσκεται η Αθήνα, καθώς συγκαλείται εκτάκτως η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (ΔΙΣ) της Εκκλησίας της Ελλάδος, με αποκλειστικό αντικείμενο τις κρίσιμες εξελίξεις που αφορούν την Ιερά Μονή Σινά. Η πρωτοβουλία ανήκει στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο, ο οποίος επιχειρεί να συγκροτήσει ένα ισχυρό μέτωπο προστασίας του εμβληματικού ελληνορθόδοξου μνημείου.
Η συνεδρίαση πραγματοποιείται σε μια δραματική συγκυρία, καθώς στις 24 Οκτωβρίου εκπνέει η προθεσμία για τη δημοσίευση της απόφασης του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Αιγύπτου. Οι πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει αναφέρουν ότι η δικαστική ετυμηγορία αναμένεται να είναι αρνητική για το ιδιοκτησιακό και νομικό καθεστώς της Μονής. Μοναδική διέξοδος για τη διάσωση των δικαιωμάτων της θεωρείται η επίτευξη μιας εξωδικαστικής συμφωνίας συμβιβασμού ανάμεσα στο μοναστήρι και το αιγυπτιακό κράτος.
Η έκτακτη κίνηση της ΔΙΣ συνιστά μια ξεκάθαρη παρέμβαση στήριξης προς τον Αρχιεπίσκοπο Σινά κ.κ. Συμεών, ο οποίος χειρίζεται τις λεπτές διαπραγματεύσεις με το Κάιρο, έχοντας τη διακριτική αλλά σθεναρή υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει ήδη διαμορφωθεί ένα πανορθόδοξο τόξο, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, καθώς και τις Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κύπρου να αποστέλλουν επιστολές με τις οποίες περιβάλλουν με απόλυτη εμπιστοσύνη τον Αρχιεπίσκοπο Συμεών.
Το διπλωματικό θρίλερ περιπλέκεται ακόμα περισσότερο λόγω εσωτερικών αναταράξεων και διχασμού στους κόλπους της μοναστικής κοινότητας. Ο πρώην Σιναίου Δαμιανός απέστειλε επιστολή-καταπέλτη προς τη ΔΙΣ, στην οποία κατηγορεί ανοιχτά την ελληνική κυβέρνηση και χαρακτηρίζει τη σκοπούμενη συμφωνία με την Αίγυπτο «ντροπιαστική». Ο ίδιος τάσσεται στο πλευρό των μοναχών που αρνούνται να υπογράψουν, αξιώνοντας την άμεση ματαίωση των συνομιλιών.
Με τον χρόνο να μετρά αντίστροφα, η Εκκλησία της Ελλάδος καλείται να επιστρατεύσει το κύρος της για να λειτουργήσει ως ενοποιός δύναμη, επιδιώκοντας την εσωτερική ομόνοια στη Μονή και τη μέγιστη δυνατή συναίνεση με το πολιτικό σύστημα, προκειμένου να αποτραπεί ένα οδυνηρό τετελεσμένο για την ορθόδοξη κληρονομιά.










