Μετά από διαπραγματεύσεις περίπου 25 ετών, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσαν την Παρασκευή δια των πρεσβευτών τους το πράσινο φως για την υπογραφή της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών με την κοινή αγορά της Λατινικής Αμερικής, την περιβόητη Mercosur, πλήρη μέλη της οποίας αποτελούν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ουρουγουάη και η Παραγουάη.
Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελεί, σύμφωνα με την Κομισιόν, τον δεύτερο μεγαλύτερο εταίρο της Mercosur στο εμπόριο αγαθών, το οποίο τη δεκαετία 2014 και 2024 αυξήθηκε πάνω από 36%, η συμφωνία απελευθερώνει την πρόσβαση σε μία αγορά άνω των 270 εκατομμυρίων καταναλωτών, μειώνοντας δραματικά τους υψηλούς δασμούς που επιβάλλουν οι χώρες αυτές στις εισαγωγές τους. Χαρακτηριστικά, έως σήμερα επιβάλλονται δασμοί 35% στα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, 28% στα γαλακτοκομικά προϊόντα, 55% στα κονσερβοποιημένα ροδάκινα και 27% στα κρασιά, αποτελώντας σημαντικό εμπόδιο στην εγκαθίδρυση των ευρωπαϊκών προϊόντων στη Λατινική Αμερική.
Είναι ενδεικτικό πως η αξία των εμπορικών συναλλαγών της ΕΕ με τη Mercosur το 2024 υπερέβη τα 111 δισ. ευρώ, με τα 55,2 δισ. ευρώ να αφορούν σε εξαγωγές και τα 56 δισ. ευρώ σε εισαγωγές από τις χώρες του συνασπισμού. Σύμφωνα με την Κομισιόν, από τη συμφωνία θα επωφεληθούν επιχειρήσεις που απασχολούνται σε αγροδιατροφικά προϊόντα, μηχανήματα, φαρμακευτικά προϊόντα, αυτοκίνητα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και είδη ένδυσης, ενώ όσο περισσότερες εξαγωγές πραγματοποιεί η Ευρώπη, τόσο περισσότερες θέσεις εργασίας μπορεί να διαφυλάξει και να δημιουργήσει.
Οι φόβοι για τον πρωτογενή τομέα
Αν και το ισοζύγιο εισαγωγών/εξαγωγών μεταξύ Ευρώπης και Mercosur είναι ισοσκελισμένο, τουλάχιστον για τα έτη 2023 και 2024, όπως προκύπτει από τα οικονομικά στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, τα ποσοστά των επιμέρους κλάδων, χωρίς ακόμη να έχει υπογραφεί η συμφωνία που μειώνει ή καταργεί δασμούς, διαμορφώνουν μία ανησυχητική εικόνα για τα γεωργικά προϊόντα, δημιουργώντας εύλογες αντιδράσεις από χώρες που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα, με κυρίαρχη τη Γαλλία. Είναι άλλωστε από τα κράτη-μέλη (μαζί με την Πολωνία, την Αυστρία, την Ιρλανδία και την Ουγγαρία) που εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην υπογραφή της συμφωνίας, ενώ το Βέλγιο απείχε της διαδικασίας. Η Ελλάδα ήταν μεταξύ των χωρών που είδε θετικά τη συμφωνία, ζητώντας παράλληλα διασφαλίσεις για τα ελληνικά προϊόντα και κυρίως για 21 προϊόντα ΠΟΠ (όπως η φέτα, το ελαιόλαδο, ο κρόκος Κοζάνης και η μαστίχα Χίου), αυστηρή εφαρμογή των κανόνων και συνεχή παρακολούθηση των επιπτώσεων στην ευρωπαϊκή παραγωγή. Εξάλλου η ΕΕ, όπως έχει ήδη δεσμευθεί, θα επιδιώξει δικαιότερους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τη γεωργία σε παγκόσμιο επίπεδο, με διμερείς διασφαλίσεις, ευθυγράμμιση των προτύπων παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των φυτοφαρμάκων, αλλά και χρηματοδοτική στήριξη των γεωργών σε περίπτωση που η συμφωνία έχει επιζήμιες επιπτώσεις στις αγροτικές αγορές της Ένωσης.










