Τον 21ο αιωνα παρατηρούμε μια προώθηση εκ μέρους των ΜΜΕ, αλλά και του οικονομικού συστήματος, όλο και περισσότερο, νέων γύρω στα σαράντα στην πρώτη θέση των αποφάσεων. Δεν είναι κακο η ανανέωση προσώπων . Αντιθέτως είναι πολύ καλο. Όμως όταν αυτο γινεται συστηματικά ως ιδεολογικός μηχανισμός, τοτε υπάρχουν κίνδυνοι που απειλούν την ποιότητα αποφάσεων. Ας δούμε όμως τους λόγους που στηρίζουν κι ενισχύουν μια τέτοια λογική.
Αρχικά: η αντίθεση παραδοσιακών και νεωτερικών κοινωνιών βρίσκεται στην μεγαλύτερη όξυνσή της λόγω της παγκοσμιοποίησης. Οι πρώτες, οργανωμένες γύρω από τον σεβασμό και την συντήρηση ιστορικών αξιών ή νόμων που έρχονται από το βαθύ παρελθόν και την «σοφία» της φύσης, αλλά και παραδόσεων που μεταδίδουν διαχρονικές αλήθειες ,συχνά δύσπιστες στην διαρκή καινοτομία και στην τάση των νέων γι αμφισβήτηση, αντιδρούν σ’ οτιδήποτε τις απειλεί και θέλει να τις απογυμνώσει από την «αλήθεια» της καταγωγής του κόσμου και των πραγμάτων (λόγω της ηλικιακής σοφίας της εμπειρίας). Αντιδρούν σε κάθε διάθεση σχετικοποίησης των παραδοσιακών αξιών και των πολιτισμικών μνημών, σε κάθε συμπεριφορά που ζητά να τους αφαιρέσει το δικαίωμα να’ χουν τον πρώτο λόγο (λόγω πλησιέστερης χρονικά σχέσης με τα θεμέλια ενός βιωμένου και κριθέντος παρελθόντος) σ’ αποφάσεις ζωής και αξιακό κώδικα της κοινωνίας.
Οι δεύτερες, οι νεωτερικές ή αλλιώς γνωστές ως «μοντέρνες» κοινωνίες, βασισμένες στην γαλλική επανάσταση, προσανατολίζονται μόνον προς το μέλλον και φτιάχνουν νόμους στο πλαίσιο του γενικού ενδιαφέροντος, θέλοντας να ξεριζώσουν παρελθόν, παραδόσεις, ν’ αλλάξουν ή ν’ αποτελειώσουν την Ιστορία (μιλούν για το τέλος της Ιστορίας), δίνοντας ώθηση σ’ επαναστατικές ή μεταρρυθμιστικές ιδέες. Θεωρούν ως οξυγόνο τους την διαρκή καινοτομία, στηρίζουν την μοντέρνα έκφραση στην τέχνη, τρέφονται από την θεοποίηση της τεχνολογίας, της επιστήμης και της οικονομίας. Αντικατέστησαν μάλιστα την παραδοσιακή πολιτική με τη συναλλαγή με τραπεζίτες. Κι όμως, το γεγονός ότι μιλούν μόνιμα για μέλλον και νεανισμό, αλλά και για πρόοδο και εξέλιξη, γοητεύουν ένα μεγάλο μέρος των παλαιών οι οποίοι βλέπουν στους «νέους» ως και την διατήρηση των δικών τους αξιών μ’ άλλη μορφή. Το πνεύμα αυτό πρωτοφάνηκε στην δεκαετία του ’50 με τη γέννηση της ροκ και των μαυροντυμένων με τα πέτσινα νέων (που κορυφώθηκε τον Μάη του ’68). Από τότε, η «νεανικότητα» γίνεται βασικός πρωταγωνιστής πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών ζητημάτων. Σ’ αυτό το πνεύμα, η παραδοσιακή οικογένεια άνοιξε και οι νέοι αναζητούν την αυτοπλήρωσή τους, πέρα από έννοιες όπως πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Με κορύφωση τη νίκη του καπιταλισμού μέσω της παγκοσμιοποίησης και της ήττας του κομμουνισμού,
το πάθος της διαρκούς αλλαγής που θρέφει την οικονομία της αγοράς, το πάθος του νέου για το νέο, το πάθος του ν’ ακυρώσει την προηγούμενη μόδα και να επιβάλλει τη νέα (κι είναι ατέλειωτη αυτή η πορεία) κυριαρχούν παντου. Τ’ ανωτέρω συνθέτουν την λογική του «νεανισμού» που’ χει τάση να κυριαρχεί προς το παρόν και να επιβάλλεται, έστω και με δυσκολίες. Θα πρέπει όμως να μην κλειστεί στον αυτοθαυμασμό του γιατί τοτε μπορεί να την πατήσει οπως ο Νάρκισσος. Γιατί το “νεο” δεν ειναι ηλικιακό αλλά εννοιακο. Μια νέα ιδέα μπορεί να την έχει κι ενας 60αρης η 70αρης. Και αντιθέτως ενας νεος ηλικια μπορεί να’χει παλιές ,γεροντικες ιδέες.

Δημοσθένης Δαββέτας,
Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης στο Παρίσι, ποιητής, εικαστικός, γεωπολιτιστικος αναλυτής.